Καρκίνος Ωοθηκών

Ο καρκίνος των ωοθηκών αποτελεί το δεύτερο πιο συχνό γυναικολογικό καρκίνο στις αναπτυγμένες χώρες.

Η μέση ηλικία εμφάνισης της νόσου είναι τα 63 έτη, ενώ η πιθανότητα να προσβληθεί μια γυναίκα στη διάρκεια της ζωής της είναι 1.3%. Εξαίρεση αποτελούν οι γυναίκες που έχουν την αντίστοιχη γενετική προδιάθεση.

Στους παράγοντες που αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου των ωοθηκών ανήκουν:

  • Η προχωρημένη ηλικία (συνήθως γυναίκες >60 ετών)

  • Η έναρξη της περιόδου σε μικρή ηλικία ή/και η καθυστερημένη εμμηνόπαυση.

  • Η ατοκία και η υπογονιμότητα

  • Η ενδομητρίωση

  • Το οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του ενδομητρίου, μαστού ή ωοθηκών, ιδιαίτερα αν η γυναίκα έχει μετάλλαξη σε ορισμένα γονίδια (π.χ. BRCA1, BRCA2)

  • Το οικογενειακό ιστορικό συνδρόμου Lynch

Ο καρκίνος ωοθηκών δεν θα προσβάλλει οπωσδήποτε τις γυναίκες που έχουν έναν ή περισσότερους από τους ανωτέρω παράγοντες κινδύνου. Ωστόσο, θα ήταν χρήσιμο για αυτές να επισκεφθούν εξειδικευμένους Ιατρούς για περαιτέρω συμβουλευτική.

Ο καρκίνος των ωοθηκών μπορεί να εκδηλωθεί με μια ποικιλία συμπτωμάτων, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται:

  • Ακαθόριστο άλγος ή αίσθημα πίεσης χαμηλά στην κοιλιά

  • Άλγος στη μέση

  • Διάταση της κοιλίας (φούσκωμα)

  • Ανορεξία ή γρήγορο αίσθημα πλήρωσης μετά τη λήψη φαγητού

  • Ναυτία ή/και εμέτους

  • Ανεξήγητες μεταβολές στο σωματικό βάρος ή έντονο αίσθημα κόπωσης

  • Αλλαγές στις εντερικές συνήθειες (κυρίως, νεοεμφανιζόμενη δυσκοιλιότητα)

  • Συμπτώματα από το ουροποιητικό σύστημα, όπως συχνουρία ή επιτακτική ανάγκη για ούρηση

  • Αιμορραγία ή ασυνήθιστες κολπικές εκκρίσεις μετά την εμμηνόπαυση

 

Δυστυχώς, σε ένα ποσοστό που υπερβαίνει το 70-80%, ο καρκίνος ωοθηκών διαγιγνώσκεται όταν πλέον έχει προχωρήσει πολύ!

 Ο σημαντικότερος λόγος που εμποδίζει την έγκαιρη διάγνωση της νόσου είναι ότι δεν υπάρχουν ειδίκα συμπτώματα. Πολλές από τις παραπάνω κλινικές εκδηλώσεις συνοδεύουν, συνήθως, καλοήθεις παθήσεις (π.χ. σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, ενδομητρίωση κλπ), με αποτέλεσμα οι ασθενείς να μην δίνουν ιδιαίτερη προσοχή.

Τι πρέπει να κάνω αν έχω τα παραπάνω συμπτώματα;

Μην αγνοείτε συμπτώματα (π.χ. το «φούσκωμα» στην κοιλιακή χώρα) που επιμένουν για περισσότερες από 2 εβδομάδες.

Επισκεφθείτε τον Ιατρό σας και συζητήστε κάθε αλλαγή στο σώμα σας, όσο μικρή κι αν είναι η πιθανότητα να οφείλεται σε κάτι σοβαρό. Αν μετά τη γυναικολογική εξέταση ή το υπερηχογράφημα έσω γεννητικών οργάνων ο Ιατρός διαπιστώσει κάποιον όγκο στην περιοχή των ωοθηκών, πιθανότατα θα σας ζητήσει να υποβληθείτε σε μαγνητική τομογραφία (MRI) κάτω κοιλίας με ενδοφλέβιο σκιαγραφικό. Επιπλέον, θα σας συστήσει μέτρηση καρκινικών δεικτών στο αίμα, όπως CA-125 (κυρίως), CEA, CA 19-9, AFP, hCG, LDH και inhibin-B.

 Πρέπει να τονισθεί στην γυναίκα πως κάθε όγκος των ωοθηκών δεν είναι απαραίτητα κακοήθης και η εύρεση αυξημένων καρκινικών δεικτών δεν σημαίνει υποχρεωτικά πως υπάρχει καρκίνος, αφού συχνά βρίσκονται σε υψηλότερα από τα φυσιολογικά επίπεδα και σε καλοήθεις παθήσεις.

Το σύνολο των παραπάνω πληροφοριών, όμως, που θα πάρει ο Ιατρός σας θα καθορίσει το βαθμό υποψίας να πάσχετε από καρκίνο των ωοθηκών και την απόφαση για περαιτέρω αντιμετώπιση.

Ο καρκίνος ωοθηκών διαγιγνώσκεται οριστικά μόνο μετά από χειρουργική επέμβαση και ιστολογική εξέταση του εξαιρεθέντος ιστού.

Πριν το χειρουργείο και εφ’ όσον υπάρχει υποψία καρκίνου των ωοθηκών, θα πρέπει η ασθενής να υποβληθεί:

  • σε αξονική τομογραφία (CT) θώρακα-άνω-κάτω κοιλίας με ενδοφλέβιο και από του στόματος σκιαγραφικό ή/και σε  μαγνητική τομογραφία (MRI) και το PET/CT,απεικονιστικές εξετάσεισ με την βοήθεια των οποίων καθορίζεται η έκταση της νόσου (π.χ. μεταστάσεις) και η εξαιρεσιμότητά της

  • Αν δεν έχουν εξεταστεί νωρίτερα, επιβάλλεται προεγχειρητικά η μέτρηση των καρκινικών δεικτών (CA-125, CEA, CA 19-9, AFP, LDH, hCG, inhibin B). Οι καρκινικοί δείκτες προσανατολίζουν περαιτέρω ως προς την κακοήθη φύση του πυελικού όγκου και την ιστολογική ταυτοποίησή του, ενώ, κυρίως, συνεισφέρουν στην αξιολόγηση της ανταπόκρισης στη θεραπεία και την παρακολούθηση των ασθενών για τυχόν υποτροπή.

Όταν ο καρκίνος των ωοθηκών εντοπίζεται απεικονιστικά στην πύελο, πραγματοποιείται η χειρουργική του σταδιοποίηση.  Στόχος των επεμβάσεων σταδιοποίησης είναι η αποκάλυψη μικροσκοπικών μεταστάσεων, οι οποίες παρατηρούνται σχεδόν στο 30% των περιστατικών.  Μετά την είσοδο στην περιτοναϊκή κοιλότητα, η σταδιοποίηση περιλαμβάνει:

  • Τη συλλογή του ελεύθερου περιτοναϊκού υγρού για κυτταρολογική εξέταση ή ο παραπάνω έλεγχος γίνεται σε έκπλυμα της περιτοναϊκής κοιλότητας.

  • Την αφαίρεση του εξαρτήματος (σάλπιγγας και ωοθήκης) που περιέχει τον όγκο, καταβάλλοντας κάθε δυνατή προσπάθεια να μην ραγεί η κάψα του. Το παρασκεύασμα αυτό στέλνεται για ταχεία βιοψία, κατά την οποία ο Παθολογοανατόμος θα απαντήσει σε μικρό χρονικό διάστημα αν πρόκειται για καρκίνο. Επί αδιαμφισβήτητης κακοήθειας, η χειρουργική επέμβαση συνεχίζεται με βάση τα παρακάτω.

  • Την αφαίρεση της μήτρας μετά του τραχήλου (ολική υστερεκτομή) και του ετερόπλευρου εξαρτήματος (σάλπιγγας και ωοθήκης).

  • Τη συστηματική αφαίρεση των πυελικών (κοινοί-έξω-έσω λαγόνιοι και θυροειδείς λεμφαδένες) και παραορτικών λεμφαδένων (μέχρι το επίπεδο των νεφρικών αγγείων).

  • Την επιπλεκτομή, τουλάχιστον υφοκολικά.

  • Την προσεκτική εξέταση των περιτοναϊκών επιφανειών για τυχόν μεταστατικές εστίες της νόσου. Σε περίπτωση που βρεθούν οζίδια ή συμφύσεις που θα μπορούσαν να αντιπροσωπεύουν μεταστάσεις, επιβάλλεται η εξαίρεσή τους. Διαφορετικά, λαμβάνονται τυχαίες βιοψίες από την πύελο, τις παρακολικές αύλακες και τις περιτοναϊκές επιφάνειες των διαφραγμάτων.

  • Την εκτέλεση σκωληκοειδεκτομής σε βλεννώδη καρκινώματα της ωοθήκης. Σε αυτούς τους όγκους, δεν απαιτείται αφαίρεση πυελικών και παραορτικών λεμφαδένων.

Σημειώνεται πως οι παραπάνω επεμβάσεις πραγματοποιούνται στη μεγάλη πλειοψηφία των ασθενών με επιθηλιακό καρκίνο των ωοθηκών αρχικών σταδίων. Αν οι ασθενείς θέλουν να διατηρήσουν το αναπαραγωγικό τους δυναμικό και πληρούν τις αντίστοιχες, αυστηρές προϋποθέσεις ή σε ορισμένους ΜΗ επιθηλιακούς καρκίνους της ωοθήκης (π.χ. κοκκιοκυτταρικοί όγκοι), το χειρουργικό πλάνο διαμορφώνεται ανάλογα.

Όταν ο καρκίνος των ωοθηκών είναι προχωρημένος, απαιτείται πιο εκτεταμένη χειρουργική επέμβαση (πρωτογενής κυτταρομείωση).

Η επιτυχία της κυτταρομείωσης καθορίζεται από το μέγεθος του υπολειμματικού όγκου, δηλαδή τη μέγιστη διάμετρο των εστιών της νόσου που θα μείνουν στην κοιλιά στο τέλος της επέμβασης. Παραδοσιακά, η χειρουργική θεραπεία θεωρείται ικανοποιητική (optimal) όταν η υπολειμματική νόσος δεν ξεπερνά το 1 cm.

Παρ’ όλα αυτά, πολυάριθμες μελέτες έχουν επανειλημμένα δείξει ότι τα καλύτερα ογκολογικά αποτελέσματα εξασφαλίζονται όταν η πρωτογενής κυτταρομείωση οδηγεί σε πλήρη -μακροσκοπικά- εξαίρεση των μεταστατικών εστιών.

Σε κάποιες περιπτώσεις, η έκταση της νόσου ή η γενικότερη κατάσταση της ασθενούς (π.χ. πολύ μεγάλη ηλικία, σοβαρά προβλήματα υγείας από άλλα όργανα, κακή θρέψη)  δεν επιτρέπει την επίτευξη των παραπάνω στόχων χωρίς μεγάλο κίνδυνο επιπλοκών. Τότε, προτιμάται η χορήγηση χημειοθεραπείας (νεοεπικουρική χημειοθεραπεία) για να συρρικνωθεί η νόσος και ακολουθεί χειρουργική επέμβαση (ενδιάμεση κυτταρομείωση) σε δεύτερο χρόνο.

Οι αποφάσεις αυτές (πρωτογενής κυτταρομείωση ή νεοεπικουρική χημειοθεραπεία) πρέπει να λαμβάνονται από απόλυτα εξειδικευμένους Ιατρούς στη διαχείριση των γυναικολογικών κακοηθειών, αφού επηρεάζουν σημαντικά τη μετέπειτα πορεία της ασθενούς.

two-hands-shaped-like-heart-pregnant-mother-s-stomach copy