Καρκίνος Ενδομητρίου

Ο καρκίνος που αναπτύσσεται στον ιστό που επενδύει τη μήτρα. Οι περισσότεροι καρκίνοι του ενδομητρίου είναι αδενοκαρκινώματα (καρκίνοι που αναπτύσσονται στα κύτταρα που δημιουργούν και απελευθερώνουν βλέννα και άλλες ουσίες).

Ο καρκίνος του ενδομητρίου είναι ο πλέον συχνός καρκίνος των οργάνων του γυναικείου αναπαραγωγικού συστήματος.Ο καρκίνος του ενδομητρίου εμφανίζεται συνήθως σε γυναίκες που είναι άνω των 50 ετών και επομένως βρίσκονται στην εμμηνόπαυση. Εν τούτοις, άνω του 25% των περιπτώσεων μπορεί να εμφανιστεί και πριν από την εμμηνόπαυση. Κατά τη διάγνωση, περίπου το 75% των γυναικών έχουν καρκίνο που περιορίζεται στη μήτρα (στάδιο Ι). Για αυτές τις γυναίκες, η πρόγνωση* είναι καλή και το 5ετές ποσοστό επιβίωσης είναι 90%.

Δεν έχει αποσαφηνισθεί μέχρι σήμερα γιατί εμφανίζεται ο καρκίνος του ενδομητρίου. ‘Εχουν εντοπισθεί κάποιοι παράγοντες κινδύνου. Ένας παράγοντας κινδύνου αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου, αλλά δεν είναι αναγκαίος ή αρκετός για να προκαλέσει καρκίνο.

Η πλειονότητα των καρκίνων του ενδομητρίου χρειάζονται οιστρογόνα* για να αναπτυχθούν. Χωρίς τα οιστρογόνα σταματάνε να αναπτύσσονται ή αναπτύσσονται πιο αργά. Για τον λόγο αυτό, με μερικές εξαιρέσεις, οι παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του ενδομητρίου συνδέονται με τα οιστρογόνα.

 Οι κυριότεροι παράγοντες κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του ενδομητρίου είναι:

  •  Ηλικία: ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου του ενδομητρίου μεγαλώνει όσο η γυναίκα μεγαλώνει σε ηλικία

  •  Γενετικά αίτια: οι γυναίκες με κληρονομικό μη-πολυποδισιακό σύνδρομο καρκίνου του παχέος εντέρου, γνωστού επίσης ως συνδρόμου HNPCC ή συνδρόμου Lynch, έχουν υψηλό ρίσκο να αναπτύξουν καρκίνο του ενδομητρίου σε κάποια στιγμή της ζωής τους. Πρόκειται για κληρονομούμενο σύνδρομο που οφείλεται στη μετάλλαξη ενός γονιδίου και ενοχοποιείται για το 5% των καρκίνων του ενδομητρίου.

  • Οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του ενδομητρίου: οι γυναίκες που έχουν συγγενή πρώτου βαθμού (μητέρα, αδελφή ή κόρη) που έχει εμφανίσει καρκίνο του ενδομητρίου, διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να αναπτύξουν καρκίνο του ενδομητρίου.

  • Ατομικό ιστορικό καρκίνου του μαστού ή καρκίνου των ωοθηκών:

 

Γυναίκες που έχουν διαγνωσθεί με καρκίνο του μαστού ή των ωοθηκών διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του ενδομητρίου

Για τις γυναίκες με ιστορικό καρκίνου του μαστού, αυξάνεται επίσης ο κίνδυνος, εάν η ασθενής έχει αντιμετωπισθεί με ταμοξιφαίνη*. Η ταμοξιφαίνη είναι μία ουσία με αντι-οιστρογονική δράση και, κανονικά θα έπρεπε να αναμένεται μείωση του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του ενδομητρίου.Εν τούτοις, επειδή επιδρά διεγερτικά στο ενδομήτριο, μπορεί να ευνοήσει την ανάπτυξη ή την εξέλιξη καρκίνου του ενδομητρίου. Συνολικά, για τις γυναίκες με καρκίνο του μαστού, όπου ενδείκνυται η χρήση ταμοξιφαίνης, το όφελος από τη λήψη ταμοξιφαίνης αντισταθμίζει τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του ενδομητρίου

  • Ατομικό ιστορικό συγκεκριμενων γυναικολογικών νοσημάτων :
  •  Σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών: αυτό το σύνδρομο συνοδεύεται από υψηλότερα επίπεδα παραγωγής οιστρογόνων και χαμηλότερα επίπεδα παραγωγής προγεστερόνης από το σύνηθες και, επομένως, αυξάνει τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του ενδομητρίου.
  • Υπερπλασία του ενδομητρίου: η υπερπλασία του ενδομητρίου οδηγεί σε πολλαπλασιασμό των κυττάρων του ενδομητρίου. Τα κύτταρα είναι φυσιολογικά αλλά μπορεί αργότερα να εξελιχθούν σε καρκινικά. Ο κίνδυνος καρκινικής εξαλλαγής είναι πολύ χαμηλός στην απλή ή ήπια υπερπλασία, αλλά υψηλός στην άτυπη υπερπλασία.
  • Έκθεση σε οιστρογόνα χωρίς ή με ανεπαρκή ποσότητα προγεστερόνης, για παράδειγμα:
  • Υπάρχει κάποιες φορές μια φυσική ανισορροπία σε ορισμένες γυναίκες.
  • Η χρήση ή η πρόσληψη εξωτερικών οιστρογόνων , ειδικά κατά τη διάρκεια θεραπειών που περιέχουν μόνον οιστρογόνα και όχι προγεστερόνη*, μετά την εμμηνόπαυση.
  • Υπερβάλλον βάρος και παχυσαρκία: το υπερβάλλον βάρος και η παχυσαρκία αυξάνει τον κίνδυνο καρκίνου του ενδομητρίου διότι μεταβάλλει το επίπεδο των οιστρογόνων* και των επιδράσεών τους.
  • Διαβήτης: Οι γυναίκες με διαβήτη διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του ενδομητρίου, διότι ο διαβήτης μεταβάλλει το επίπεδο των οιστρογόνων* και των επιδράσεών τους.
  • Υπέρταση*: Έχει υποστηριχθεί ότι η υπέρταση συνδέεται με υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του ενδομητρίου, αλλά ο μηχανισμός της πιθανής σύνδεσης δεν είναι ακόμα σαφής.
  • Γεωγραφικοί παράγοντες: Οι γυναίκες που ζουν τη Βόρεια Αμερική ή στην Ευρώπη διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του ενδομητρίου.
  • Ατεκνία: Οι γυναίκες που δεν είχαν καμία εγκυμοσύνη διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του ενδομητρίου. Από την άλλη πλευρά, οι γυναίκες που απέκτησαν ένα παιδί ή περισσότερα διατρέχουν λιγότερο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του ενδομητρίου. Αυτή ισχύει ειδικά στην περίπτωση γυναικών με 5 ή περισσότερα παιδιά. 
  • Ο αριθμός των εμμηνορρυσιακών κύκλων: Ο μεγαλύτερος αριθμός των εμμηνορρυσιακών κύκλων κατά τη διάρκεια της ζωής αυξάνει τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του ενδομητρίου, πάλι για λόγους ορμονικούς.

Η πλέον συχνή ένδειξη του καρκίνου του ενδομητρίου είναι η αιμορραγία από τον κόλπο. Μετά την εμμηνόπαυση, δεν θα πρέπει να υπάρχει αιμορραγία από τον κόλπο. Επομένως η παρουσία αιμορραγίας δεν είναι φυσιολογική. Πριν την εμμηνόπαυση, η αιμορραγία ανάμεσα στην έμμηνο ρύση ή η ασυνήθιστη σοβαρή κολπική αιμορραγία κατά τη διάρκεια της εμμήνου ρύσεως, θα πρέπει επίσης να προειδοποιεί τις γυναίκες να συμβουλεύονται τον γιατρό τους. Ο καρκίνος του ενδομητρίου δεν είναι η μόνη και πιο συχνή αιτία τέτοιας κολπικής αιμορραγίας και, ως εκ τούτου, οι γιατροί θα πρέπει να συστήνουν περαιτέρω εξετάσεις.

Η διάγνωση του καρκίνου του ενδομητρίου βασίζεται στις παρακάτω εξετάσεις:

  1. Κλινική εξέταση: Αυτή περιλαμβάνει τη γυναικολογική εξέταση για την εκτίμηση της θέσης και του μεγέθους του όγκου καθώς και της εξάπλωσής του σε άλλα όργανα.

  2. Υπερηχογραφική εξέταση: Περιλαμβάνει την εξέταση της μήτρας με διακολπικό υπερηχογράφημα. Κατά τη διάρκεια της εξέτασης μετράται το πάχος του ενδομητρίου.

  3. Μαγνητική τομογραφία κάτω κοιλίας

  4. Ιστοπαθολογική εξέταση: Πρόκειται για εργαστηριακή εξέταση των κυττάρων του όγκου, μετά την αφαίρεση δείγματος από τον όγκο (βιοψία*). Η εργαστηριακή αυτή εξέταση γίνεται από παθολογοανατόμο, ο οποίος θα βεβαιώσει τη διάγνωση καρκίνου του ενδομητρίου και θα παράσχει περαιτέρω πληροφορίες για τα χαρακτηριστικά του καρκίνου. Η βιοψία συνήθως λαμβάνεται είτε με υστεροσκόπηση είτε με κλασματική διαγνωστική απόξεση του ενδομητρίου. Αργότερα θα γίνει και δεύτερη ιστοπαθολογική εξέταση του όγκου που θα αφαιρεθεί στο χειρουργείο.

Ο καρκίνος του ενδομητρίου αντιμετωπίζεται χειρουργικά. Οι πληροφορίες που παίρνουμε από την ιστολογική εξέταση των χειρουργικών παρασκευασμάτων καθορίζουν το στάδιο της νόσου (δηλ. την έκτασή της) και την ανάγκη για επιπλέον θεραπεία της ασθενούς.

Για τον καλύτερο σχεδιασμό της χειρουργικής επέμβασης, χρήσιμος είναι ο απεικονιστικός έλεγχος της ασθενούς προεγχειρητικά, συνήθως με μαγνητική τομογραφία (MRI) κάτω κοιλίας με ενδοφλέβιο σκιαγραφικό. Ανάλογα, όμως, με τον ιστολογικό τύπο και το βαθμό διαφοροποίησης (grade) του όγκου στην αρχική βιοψία του ενδομητρίου, μπορεί να απαιτηθούν και επιπλέον εξετάσεις, όπως αξονική τομογραφία (CT) θώρακα,-άνω-κάτω κοιλίας με ενδοφλέβιο και από του στόματος σκιαγραφικό. Η χρήση καρκινικών δεικτών (CA-125) είναι περιορισμένης αξίας στη μεγάλη πλειοψηφία των ασθενών με καρκίνο  του ενδομητρίου.

Ο ακρογωνιαίος λίθος της χειρουργικής αντιμετώπισης του καρκίνου του ενδομητρίου είναι η αφαίρεση της μήτρας ολική υστερεκτομή και των εξαρτημάτων (σαλπίγγων, ωοθηκών).

Η χειρουργική επέμβαση σε ασθενείς με καρκίνο του ενδομητρίου μπορεί να γίνει ανοικτά ή με τις τεχνικές της ελάχιστα επεμβατικής χειρουργικής (λαπαροσκόπησηρομποτική χειρουργική).

Η επιλογή των τεχνικών εξαρτάται από το ιστορικό της ασθενούς, τα προεγχειρητικά χαρακτηριστικά της νόσου και την εμπειρία του Γυναικολόγου Ογκολόγου σε αυτές. Είναι, πάντως, ευρύτατα αποδεκτό ότι, όταν η νόσος φαίνεται να περιορίζεται στη μήτρα, η ρομποτική χειρουργική και η λαπαροσκόπηση συνδέονται με μειωμένη πιθανότητα λοίμωξης του τραύματος, αιμορραγίας, θρομβοεμβολικών επεισοδίων και διάρκειας νοσηλείας, συγκριτικά με τα ανοικτά χειρουργεία. Με δεδομένο μάλιστα πως τα ογκολογικά αποτελέσματα παραμένουν ισότιμα, η ρομποτική χειρουργική και η λαπαροσκόπηση θεωρούνται ως οι προτιμητέες επιλογές από τις αντίστοιχες επιστημονικές εταιρίες του εξωτερικού (ESGO, NCCN).

Ανάλογα με το στάδιο της νόσου, το βαθμό διαφοροποίησης και τον ιστολογικό τύπο του όγκου, ο καρκίνος του ενδομητρίου χαρακτηρίζεται από διαφορετική πιθανότητα υποτροπής (χαμηλή, ενδιάμεση, υψηλή). Τα παραπάνω στοιχεία, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες (π.χ. λεμφαγγειακά έμβολα, ηλικία της ασθενούς, αποτελέσματα κυτταρολογικής εξέτασης περιτοναϊκού υγρού), καθορίζουν και το είδος της επικουρικής θεραπείας που μπορεί να χρειαστεί η ασθενής μετά τη χειρουργική επέμβαση. Οι αντίστοιχες αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται σε Ογκολογικό Συμβούλιο, με τη συμμετοχή Γυναικολόγου Ογκολόγου, Παθολόγου Ογκολόγου, Ακτινοθεραπευτή και Παθολογοανατόμου. Στις περιπτώσεις που χρειάζεται επιπλέον αγωγή, οι  επιλογές είναι:

  • Ενδοκολπική ακτινοθεραπεία (βραχυθεραπεία), που ιδανικά πρέπει να χορηγείται στις 6-8 εβδομάδες μετά τη χειρουργική επέμβαση (δεν θα πρέπει το αντίστοιχο χρονικό διάστημα να ξεπερνά τις 12 εβδομάδες)

  • Εξωτερική ακτινοθεραπεία με ή χωρίς ενδοκολπική ακτινοθεραπεία

  • Χημειοθεραπεία, η οποία συνήθως περιλαμβάνει 6 κύκλους carboplatin/paclitaxel

two-hands-shaped-like-heart-pregnant-mother-s-stomach copy