Υγεία και Εγκυμοσύνη
- Αρχική
- Εγκυμοσύνη
Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να ακολουθούν μια ισορροπημένη διατροφή κι έναν τρόπο ζωής που θα βελτιώσει την υγεία των ίδιων, αλλά και θα μειώσει τον κίνδυνο εμφάνισης διαταραχών στο έμβρυο, όπως γενετικών ανωμαλιών, καθυστερημένης ανάπτυξης, ακόμα και χρόνιων προβλημάτων στη μετέπειτα ζωή του.
Ο υγιεινός τρόπος ζωής κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης συνεπάγεται:
- την επίτευξη της επιθυμητής αύξησης του σωματικού βάρους
- την κατανάλωση ποικιλίας τροφίμων σύμφωνα με τη διατροφική πυραμίδα
- την κατάλληλη και έγκαιρη συμπληρωματική χορήγηση βιταμινών και ανόργανων στοιχείων
- την αποφυγή καπνίσματος, αλκοόλ και άλλων επιβλαβών ουσιών, καθώς και
- την ασφαλή επεξεργασία και παρασκευή των τροφίμων.
Η αύξηση του σωματικού βάρους κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εντός των συνιστώμενων ορίων, σχετίζεται με καλύτερη έκβαση της εγκυμοσύνης. Οι ενεργειακές ανάγκες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης κυμαίνονται από 2,500 έως 2,700 θερμίδες (kcal) ημερησίως για τις περισσότερες γυναίκες. Ωστόσο, ο Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) πριν από την εγκυμοσύνη, ο ρυθμός αύξησης του βάρους κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, η ηλικία της μητέρας καθώς και οι προτιμήσεις της, είναι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όταν εξατομικεύονται οι συστάσεις αυτές.
Η κατανάλωση περισσότερου φαγητού για την κάλυψη των αναγκών σε θερμίδες, η αυξημένη απορρόφηση και η καλύτερη αξιοποίηση των θρεπτικών ουσιών που συμβαίνει κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, επαρκούν συνήθως για να καλυφθούν οι ανάγκες για τα περισσότερα θρεπτικά συστατικά. Για ορισμένα, όμως, θρεπτικά συστατικά και σε ορισμένες καταστάσεις, ενδείκνυται η χορήγηση συμπληρωμάτων βιταμινών και ανόργανων στοιχείων.
Δημιουργώντας τις καλύτερες δυνατές συνθήκες για την έκβαση της εγκυμοσύνης μέσω ισορροπημένης διατροφής πριν τη σύλληψη…
Οι γυναίκες πρέπει να βρίσκονται σε καλή διατροφική κατάσταση πριν από, κατά τη διάρκεια και μετά την εγκυμοσύνη για να βελτιστοποιήσουν την υγεία τους και να μειωθούν οι κίνδυνοι εμφάνισης γενετικών ανωμαλιών και χρόνιων νοσημάτων στα παιδιά τους στην ενήλικη ζωή.
Η λήψη συμπληρωμάτων φυλλικού οξέος πριν από την εγκυμοσύνη και κατά τη διάρκεια αυτής, μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο ανωμαλιών του νευρικού σωλήνα και άλλων γενετικών ανωμαλιών, ιδίως στα παιδιά γυναικών που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να καταναλώνουν 400μg φυλλικού οξέος ημερησίως μέσω της κατανάλωσης ποικιλίας τροφίμων, εμπλουτισμένων τροφών ή και τα δύο, σε συνδυασμό με τη λήψη συμπληρωμάτων, προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος εμφάνισης ανωμαλιών του νευρικού σωλήνα.
Οι χορτοφάγοι πρέπει να λαμβάνουν και συμπλήρωμα βιταμίνης Β12, επειδή η έλλειψη φυλλικού οξέος και βιταμίνης B12 είναι ανεξάρτητοι παράγοντες κινδύνου όσον αφορά στις ανωμαλίες του νευρικού σωλήνα.
Αν και η λήψη συμπληρωμάτων βιταμινών και ανόργανων στοιχείων μπορεί να είναι ωφέλιμη για πολλές γυναίκες, είναι απαραίτητη η καθοδήγηση από κάποιον ειδικό για την αποφυγή της λήψης υπερβολικών ποσοτήτων. ς. Οι γυναίκες που ενδέχεται να ωφεληθούν περισσότερο από τη λήψη συμπληρωμάτων βιταμινών και ανόργανων στοιχείων είναι εκείνες που δεν έχουν ισορροπημένες διατροφικές συνήθειες ή αποφεύγουν κάποια τρόφιμα, είναι ελλιποβαρείς ή προσπαθούν συνεχώς να χάσουν βάρος ή κάνουν κατάχρηση αλκοόλ ή άλλων ουσιών.
Η διατήρηση του σωματικού βάρους εντός των φυσιολογικών ορίων πριν από την εγκυμοσύνη διευκολύνει τη σύλληψη, αυξάνει τις πιθανότητες υγιούς έκβασης της εγκυμοσύνης και μπορεί να διευκολύνει το θηλασμό.
Οι παχύσαρκες γυναίκες διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης υπέρτασης, διαβήτη κύησης, ανάγκης πρόκλησης τοκετού και καισαρικής τομής.
Τα παιδιά παχύσαρκων γυναικών διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης μακροσωμίας, χαμηλής βαθμολογίας Apgar (βαθμολογία που αξιολογεί με συγκεκριμένα κριτήρια την κατάσταση του βρέφους), δυστοκίας των ώμων και παιδικής παχυσαρκίας.
Η παχυσαρκία της εγκύου αυξάνει τον κίνδυνο ανωμαλιών του νευρικού σωλήνα στο παιδί, ανεξάρτητα από τη λήψη φυλλικού οξέος.
Μετά τον τοκετό, οι υπέρβαρες και παχύσαρκες γυναίκες δυσκολεύονται περισσότερο να ξεκινήσουν το θηλασμό απ’ ό, τι οι γυναίκες με κανονικό βάρος.
Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να είναι σωματικά δραστήριες, ώστε να βελτιώσουν τη διατροφική τους κατάσταση και την κατάσταση της υγείας τους γενικότερα.
Οι πιο πρόσφατες συστάσεις αναφέρουν ότι πρέπει να συγκεντρώνουν τουλάχιστον 30 λεπτά μέτριας σωματικής δραστηριότητας την ημέρα, τις περισσότερες ημέρες της εβδομάδας και κατά προτίμηση καθημερινά. Η τακτική σωματική δραστηριότητα προσφέρει πολλά πλεονεκτήματα στην υγεία, όπως ο έλεγχος του σωματικού βάρους, η καλύτερη φυσική κατάσταση, η ψυχολογική ευεξία και ο μειωμένος κίνδυνος εμφάνισης χρόνιων νοσημάτων. Τα οφέλη είναι ακόμη περισσότερα εάν ο χρόνος ενασχόλησης με τη σωματική δραστηριότητα είναι περισσότερος ή οι δραστηριότητες έχουν μεγαλύτερη ένταση.
Οι συστάσεις σχετικά με την αύξηση του σωματικού βάρους κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης πρέπει να εξατομικεύονται σύμφωνα με το Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ = βάρος / τετράγωνο του ύψους, kg/m2 ) πριν από την εγκυμοσύνη, ώστε να βελτιωθεί η έκβαση της εγκυμοσύνης, να αποφευχθεί η διατήρηση του αυξημένου σωματικού βάρους από τη μητέρα μετά τον τοκετό και να μειωθεί ο κίνδυνος εμφάνισης χρόνιων νοσημάτων στο παιδί κατά την ενήλικη ζωή του.
Γυναίκες με ΔΜΣ<19,8kg/ m2 διατρέχουν υψηλό κίνδυνο να αποκτήσουν ένα παιδί με χαμηλό βάρος κατά τη γέννηση, εάν το βάρος τους κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης δεν αυξηθεί επαρκώς.
Ακόμη και γυναίκες με ΔΜΣ>29,0kg/m2 πρέπει να αυξήσουν το βάρος τους κατά τουλάχιστον 7,0kg. Όσες γυναίκες χάνουν βάρος ή παίρνουν λιγότερο από 6kg, έχουν περισσότερες πιθανότητες να γεννήσουν ένα παιδί μικρό σε σχέση με την ηλικία κύησής του.
Γυναίκες με ΔΜΣ>29,0kg/m2 δεν πρέπει να αυξήσουν το βάρος τους περισσότερο από 11,4kg σε όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος διατήρησης του βάρους μετά τον τοκετό.
Η υπερβολική αύξηση του βάρους σε γυναίκες με ΔΜΣ>26kg/m2 αυξάνει επίσης τον κίνδυνο το παιδί να είναι μεγάλο για την ηλικία κύησης, φαινόμενο το οποίο, με τη σειρά του, συνδέεται με αυξημένο λίπος σώματος κατά την παιδική ηλικία.
Σε ό, τι αφορά στην άσκηση, ανάλογα με το είδος, τη συχνότητα, τη διάρκεια και την έντασή της, μπορεί να είναι ωφέλιμη για την υγεία τόσο της μητέρας όσο και του εμβρύου.
Επομένως, οι υγιείς γυναίκες με εγκυμοσύνες χωρίς επιπλοκές μπορούν να συνεχίσουν τη μέτρια άσκηση σε τακτική βάση αλλά θα πρέπει να λάβουν συμβουλές σχετικά με τις ενδεικνυόμενες και μη δραστηριότητες.
Μια γυναίκα που δεν ασκούνταν πριν από την εγκυμοσύνη πρέπει να συμβουλευθεί τον ιατρό της προτού ξεκινήσει ένα πρόγραμμα άσκησης.
Δραστηριότητες χαμηλής ή μέτριας έντασης θεωρούνται γενικά ασφαλείς και μπορεί να περιλαμβάνουν βάδισμα, κολύμβηση, τρέξιμο, αεροβική και ποδηλασία σε στατικό ποδήλατο.
Η άσκηση αντενδείκνυται στις γυναίκες με υπέρταση, τοξιναιμία, προεκλαμψία, πρόωρη ρήξη των μεμβρανών, ιστορικό πρόωρου τοκετού, επίμονη αιμορραγία κατά το δεύτερο ή τρίτο τρίμηνο, ανεπάρκεια του τραχήλου ή οποιαδήποτε ένδειξη καθυστερημένης ανάπτυξης του εμβρύου.
Οι έγκυες που ασκούνται πρέπει να προσέχουν ιδιαίτερα ώστε να λαμβάνουν επαρκείς θερμίδες, θρεπτικά συστατικά και υγρά, και να αποφεύγουν την έντονη άσκηση.
Μετά την 20η εβδομάδα αποφύγετε τις ασκήσεις σε ύπτια θέση. Η θέση αυτή μπορεί να παρεμποδίσει τη ροή του αίματος.
Αποφύγετε την έντονη άσκηση σε ζεστούς, υγρούς χώρους. • Αποφύγετε την άσκηση εάν η θερμοκρασία του σώματός σας είναι υψηλή.
Φοράτε άνετα παπούτσια και ρούχα
Πίνετε άφθονο νερό για να αποφύγετε την αφυδάτωση και την υπερθερμία.
Ξεκινήστε πάντα με μια περίοδο προθέρμανσης 5 έως 10 λεπτών και τελειώστε με μια περίοδο χαλάρωσης.
Διατηρείτε τους παλμούς της καρδιάς στο 60% έως 80% του μέγιστου (μέγιστος καρδιακός παλμός=220 μείον την ηλικία σας).
Σταματήστε την άσκηση αμέσως, εάν παρατηρήσετε οποιοδήποτε από τα ακόλουθα συμπτώματα: εκροή αμνιακού υγρού, πόνο στο στήθος, κολπική αιμορραγία, κεφαλαλγία, οίδημα, πόνο στην πλάτη, ζαλάδα, ναυτία, πόνο στην κοιλιά ή συσπάσεις της μήτρας
Οι γυναίκες που εγκυμονούν ή πρόκειται να μείνουν έγκυες δεν πρέπει να καταναλώνουν καθόλου οινοπνευματώδη ποτά.
Δεν έχει καθορισθεί ακόμη ένα ασφαλές επίπεδο κατανάλωσης αλκοόλ για οποιοδήποτε στάδιο της εγκυμοσύνης.
Η αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης αυξάνει τον κίνδυνο νοητικής καθυστέρησης, δυσκολιών μάθησης και σημαντικών γενετικών ανωμαλιών του παιδιού, όπως αυτές που περιλαμβάνονται στο εμβρυϊκό αλκοολικό σύνδρομο.
Η μέτρια κατανάλωση αλκοόλ, η οποία ορίζεται ως ένα ποτό ημερησίως για τις γυναίκες, συνδέεται με ελλιπή ανάπτυξη του εμβρύου και χαμηλότερη βαθμολογία στη δοκιμασία Apgar και ενδέχεται να μειώνει τη γονιμότητα στις γυναίκες.
Το μονοξείδιο του άνθρακα και η νικοτίνη από το κάπνισμα αυξάνουν τα επίπεδα της καρβοξυαιμοσφαιρίνης στο έμβρυο και μειώνουν τη ροή του αίματος στον πλακούντα, περιορίζοντας έτσι την παροχή οξυγόνου στο έμβρυο.
Το κάπνισμα κατά την εγκυμοσύνη μειώνει το βάρος γέννησης κατά 200g κατά μέσο όρο και ενδέχεται να αυξάνει τον κίνδυνο πρόωρου τοκετού και περιγεννητικής θνησιμότητας.
Οι αρνητικές συνέπειες του καπνίσματος στην ανάπτυξη του εμβρύου δεν μπορούν να μετριαστούν μόνο με την αύξηση της ενεργειακής πρόσληψης.
Η παθητική έκθεση στον καπνό μπορεί, επίσης, να μειώσει την ανάπτυξη του βρέφους. Το κάπνισμα κατά την εγκυμοσύνη σχετίζεται και με άλλες μακροπρόθεσμες αρνητικές συνέπειες, όπως η νοητική καθυστέρηση ή ο εθισμός του εμβρύου στη νικοτίνη.
Επειδή το κάπνισμα μπορεί να περιορίσει την ανάπτυξη του εμβρύου ακόμη και στις γυναίκες που σταματούν το κάπνισμα στα πρώτα στάδια της εγκυμοσύνης, η παροχή συμβουλών και στήριξης για τη διακοπή του καπνίσματος πρέπει να ξεκινά πριν από τη σύλληψη!!

