Καισαρική Τομή
- Αρχική
- Εγκυμοσύνη
Η καισαρική τομή συγκαταλέγεται στις μείζονες κοιλιακές χειρουργικές επεμβάσεις. Συγκεκριμένα στην επέμβαση αυτή γίνεται τομή στο κοιλιακό τοίχωμα και το τοίχωμα της μήτρας για την έξοδο, μέσω της τομής ,του εμβρύου και του πλακούντα. Εφαρμόζεται στις περιπτώσεις εκείνες, όπου η διενέργεια κολπικού τοκετού δεν είναι εφικτή ή εγκυμονεί κινδύνους για την μητέρα ή το έμβρυο.
Είναι μία επέμβαση συχνά σωτήρια για τη μητέρα και το νεογνό και πρέπει να εφαρμόζεται μόνο όταν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις.
Η καισαρική τομή μπορεί να είναι προγραμματισμένη όταν έχει επιλεγεί ως μέθοδος τοκετού πριν τον τοκετό, ή επείγουσα όταν παραστεί ανάγκη κατά τη διάρκεια του τοκετού.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ ) καθορίζει την «γέννηση ως μια φυσική και φυσιολογική λειτουργία της ζωής, η οποία δεν πρέπει να προσεγγίζεται σαν ασθένεια». Ο φυσιολογικός τοκετός αποτελεί το σημείο αναφοράς και η προτεινόμενη μέθοδος τοκετού και οι καισαρικές τομές δεν πρέπει να ξεπερνούν το 15% του συνόλου των γεννήσεων σε μία χώρα.
Με βάση νεότερες μελέτες, την αύξηση των πολύδυμων κυήσεων από IVF, τη συνεχή αύξηση του μέσου όρου ηλικίας των εγκύων στις ανεπτυγμένες χώρες ίσως το ποσοστό αυτό θα έπρεπε να υπολογιστεί στο 20% περίπου.
Η συχνότητα της καισαρικής τομής έχει αυξητική τάση σε όλο τον κόσμο τα τελευταία 30 χρόνια. Στις ΗΠΑ το ποσοστό ΚΤ κυμαίνεται στο 32%.
Η Ελλάδα έχει από τα υψηλότερα ποσοστά καισαρικών τομών αν όχι το υψηλότερο στην Ευρώπη,με τις γέννες που γίνονται στην χώρα μας με καισαρική τομή να φτάνουν το 58%!!
Οι ενδείξεις θεωρούνται απόλυτες (όπου πάντα διενεργείται καισαρική τομή) και σχετικές (όπου συχνά επιλέγεται καισαρική τομή).
Οι συχνότερες ενδείξεις της καισαρικής είναι οι εξής:
Αδυναμία εξέλιξης του τοκετού. Όταν συνήθως για μηχανικούς λόγους(δυσαναλογία κεφαλής εμβρύου και πυέλου μητέρας) σταματά η εξέλιξη του τοκετού και δεν μπορεί να ολοκληρωθεί κολπικά.
Ανώμαλο σχήμα ή προβολή. Με αυτές τις έννοιες περιγράφεται η θέση του εμβρύου μέσα στη μήτρα. Αν το σχήμα είναι εγκάρσιο ή λοξό αντί κάθετο που είναι το φυσιολογικό, ο κολπικός τοκετός δεν είναι εφικτός και αποτελούν απόλυτη ένδειξη για ΚΤ. Η ισχιακή προβολή αποτελεί σχετική ένδειξη γιατί ο κολπικός τοκετός έχει αυξημένη επικινδυνότητα και συνήθως – ειδικά σε πρωτότοκες – συστήνεται εξωτερικός μετασχηματισμός και σε αποτυχία ΚΤ. Η μόνη ασφαλής προβολή για κολπικό τοκετό είναι η κεφαλική. Σε βρεγματική ή προσωπική προβολή, που επιμένει συνήθως διενεργείται ΚΤ. Το έμβρυο πρέπει να έχει το κεφάλι σε κάμψη και όχι σε έκταση και όταν είναι ασυγκλιτικό ή σε οπίσθια ινιακή προβολή συχνά μπορεί να ανασταλεί η πρόοδος του τοκετού.
Εμβρυϊκή δυσχέρεια στον τοκετό λόγω μειωμένης παροχή οξυγόνου στο έμβρυο. Αν δεν μπορεί να επισπευθεί ο τοκετός με εμβρυουλκία ανάλογα με το στάδιο του τοκετού και τη βαρύτητα του προβλήματος διενεργείται ΚΤ.
Πολύδυμη κύηση. Αποτελεί σχετική ένδειξη, αφού σε δίδυμη κύηση με κεφαλική προβολή των εμβρύων ή του πρώτου εμβρύου προκρίνεται συνήθως ο κολπικός τοκετός. Στις άλλες περιπτώσεις δίδυμων ή πολύδυμων κυήσεων ο κολπικός τοκετός μπορεί να οδηγήσει σε επιπλοκές κυρίως για το δεύτερο ή κάποιο από τα επόμενα έμβρυα τα οποία συνήθως έχουν ανώμαλη θέση..
Επιπωματικός ή προδρομικός πλακούντας. Αποτελεί απόλυτη ένδειξη, φράζει την οδό εξόδου του εμβρύου.
Ανωμαλίες του ομφαλίου λώρου. Η πρόπτωση του ομφάλιου λώρου, όπως και η υμενώδης έκφυση αποτελούν απόλυτη ένδειξη για ΚΤ.
Ρήξη της μήτρας. Σπάνια επιπλοκή σε τοκετό μετά από ΚΤ ή ινομυωματεκτομή, που αποτελεί απόλυτη ένδειξη ΚΤ.
Βαριές αιμορραγίες πριν ή κατά τον τοκετό, όπως σε κεντρική αποκόλληση πλακούντα ή μετατραυματικής αιτιολογίας, πάντα αντιμετωπίζονται με ΚΤ.
Παθολογία από την πλευρά της επιτόκου, όπως σοβαρά καρδιολογικά νοσήματα, προεκλαμψία, νευρολογικά νοσήματα , σοβαρές οφθαλμολογικές παθήσεις μπορούν υπό προϋποθέσεις να οδηγήσουν σε επιλογή προγραμματισμένης ΚΤ. Επίσης κάποιες λοιμώξεις της γυναίκας όπως ο ενεργός γεννητικός έρπητας, η εκτεταμένη κονδυλωμάτωση του αιδοίου και το AIDS αποτελούν ενδείξεις ΚΤ.
Μηχανικοί λόγοι όπως ινομυώματα της μήτρας μπορεί να εμποδίζουν την έξοδο του εμβρύου.
Προηγούμενη καισαρική τομή κυρίως σε περισσότερες από δύο ΚΤ στο ιστορικό. Αν και είναι δυνατό να επιχειρηθεί ο κολπικός τοκετός έπειτα από καισαρική τομή (VBAC), ο γιατρός μπορεί να συστήσει υπό προϋποθέσεις να γίνει πάλι καισαρική τομή για λόγους ασφάλειας.
Απαίτηση της ίδιας της επιτόκου. Πολλές γυναίκες επιθυμούν να γεννήσουν με καισαρική τομή έχοντας τη λανθασμένη πεποίθηση ή ενημέρωση ότι θα αποφύγουν την ταλαιπωρία ή τις θεωρητικές επιπλοκές, που συνδέονται με το φυσιολογικό τοκετό. Αν και πρέπει αρχικά και με επιχειρήματα να αποθαρρύνεται, η επιθυμία της μέλλουσας μητέρας αν έχει προέλθει μετά ορθή, επαναλαμβανόμενη και λεπτομερή ενημέρωση για τους κινδύνους της ΚΤ και τα οφέλη του κολπικού τοκετού, πρέπει να γίνεται δεκτή ακόμα και εάν δεν υπάρχει άλλη ένδειξη για καισαρική τομή.
Για αρκετά χρόνια η προγραμματισμένη καισαρική τομή γινόταν μεταξύ της 37ης και 39ης εδομάδας θεωρώντας ότι το έμβρυο είναι τελειόμηνο.
Όμως έχει τεκμηριωθεί μέσα από έρευνες ότι πάρα πολλά νεογνά αυτής της ηλικίας δεν είναι τόσο ώριμα και αντιμετωπίζουν αναπνευστικά κυρίως προβλήματα.
Μελέτες έδειξαν ότι τα νεογνά που γεννήθηκαν από τις 37 μέχρι 38+6 εβδομάδες αντιμετώπιζαν αναπνευστικά προβλήματα και υπογλυκαιμία, αφού διαθέτουν χαμηλά επίπεδα κατεχολαμινών – κατά μέσον όρο πέντε φορές λιγότερα σε σύγκριση με νεογνό με φυσιολογικό τοκετό.
Τα περισσότερα έγιναν εισαγωγή στη μονάδα εντατικής νοσηλείας νεογνών, για αυτό είναι καλύτερα να προγραμματίζεται η καισαρική τομή όταν είναι δυνατό στις 39 εβδομάδες τουλάχιστον.
Αν πρέπει να προγραμματισθεί νωρίτερα θα πρέπει να προηγηθεί κατάλληλη προετοιμασία των πνευμόνων του εμβρύου.
Η συνηθισμένη επιλογή είναι επισκληρίδιος αναισθησία ή η ραχιαία αναισθησία. Σε περιπτώσεις μαιευτικού επείγοντος, όταν δεν υπάρχει ο απαραίτητος χρόνος εφαρμογής της επισκληριδίου, εφαρμόζεται γενική αναισθησία.
Η επισκληρίδιος πλεονεκτεί σε πολλά πράγματα συγκριτικά με τη γενική αναισθησία όπως:
Η νάρκωση δεν περνάει στο έμβρυο. Κατά τη γενική νάρκωση, τα φάρμακα μέσω του πλακούντα περνούν και στην εμβρυική κυκλοφορία και η ΚΤ μέχρι την έξοδο του εμβρύου εκτελείται πολύ γρήγορα, ώστε η επίδραση των φαρμάκων χρονικά να είναι η μικρότερη δυνατή. Η επισκληρίδιος αναισθησία δεν περνάει στο αίμα της μητέρας, συνεπώς ούτε στο έμβρυο και επιτρέπει τη διεξαγωγή της καισαρικής με ασφάλεια και ομαλότητα.
Η μητέρα μπορεί να έχει τις αισθήσεις της. Μπορεί να είναι μία χειρουργική επέμβαση, παρέχεται όμως η δυνατότητα να έχει επαφή με τα δρώμενα, να ακούσει το πρώτο κλάμα του μωρού της, να το δει ή να το αγκαλιάσει και να το θηλάσει, ενώ ακόμα εξελίσσεται η επέμβαση της.
Μετά το χειρουργείο η δραστηριότητα του εντέρου είναι ταχύτερη. Έτσι επιτρέπεται η σίτιση από το στόμα μέσα σε λίγες ώρες από την επέμβαση. Με τη γενική νάρκωση, συνήθως το 1ο 24ωρο δίνονται μόνον οροί ενδοφλέβια και το δεύτερο μόνον υδρική δίαιτα (τσάι, χαμομήλι).
Η κινητοποίηση είναι άμεση. Τα νεότερα φάρμακα καταστέλλουν τον πόνο δίχως να «παραλύουν» τους μύες. Έτσι η γυναίκα κινητοποιείται από το ίδιο απόγευμα.
Η παραμονή αντλίας επισκληριδίου, παρέχει επαρκή αναλγησία κατά το 1ο 24ωρο, όπου ο πόνος είναι εντονότερος.
Η λεχώνα μετά την καισαρική τομή δεν μπορεί να κινηθεί άνετα. Παρόλα αυτά την ίδια μέρα της εγχείρησης μπορεί να σηκωθεί από το κρεβάτι και την επόμενη ημέρα αφαιρείται ο ουροκαθετήρας και μπορεί να φάει ελαφρά. Επιβάλλεται να περπατήσει, όσο δύσκολο και να είναι, ώστε να αρχίσουν να επανέρχονται σταδιακά οι σωματικές της λειτουργίες (θα την βοηθήσει στην κινητοποίηση του εντέρου). Ο πόνος από την τομή καταπολεμάται επιτυχώς με τη χορήγηση κατάλληλων αναλγητικών. Μάλιστα, στην περίπτωση που έχει γίνει επισκληρίδιος αναισθησία, τότε συνεχίζεται η έγχυσή της για τη μείωση του πόνου. Η ροή των λοχείων είναι κανονική σαν να είχε γεννήσει με φυσιολογικό τοκετό. Η καισαρική τομή δεν εμποδίζει σε τίποτα την διαδικασία του θηλασμού. Ο χρόνος ανάρρωσης μετά από μία καισαρική τομή είναι περίπου 2 με 3 μέρες και διαφοροποιείται ανάλογα με την περίπτωση.
Το σήμα για έναρξη παραγωγής γάλακτος δίνεται με την έξοδο του πλακούντα από τη μήτρα. Ανεξάρτητα λοιπόν από τη μέθοδο τοκετού, ο οργανισμός λαμβάνει την ίδια εντολή, με τη μόνη διαφορά ότι το γάλα ‘κατεβαίνει’ λίγο αργότερα σε περίπτωση καισαρικής αλλά αυτό το γεγονός δεν επηρεάζει την διάρκεια του θηλασμού.
Ο θηλασμός μπορεί να ξεκινήσει αμέσως μετά τη γέννηση, τοποθετώντας το νεογνό – δέρμα με δέρμα – στον θώρακα της μητέρας, εφόσον βέβαια το επιτρέπει η γενική κατάσταση και των δύο.
Η θέση βέβαια, στην οποία βρίσκεται η μητέρα, δεν της παρέχει μεγάλη άνεση και ευχέρεια κινήσεων, αυτό όμως δεν αποτελεί, σε καμία περίπτωση, εμπόδιο για να θηλάσει, με την καθοδήγηση των μαιών.
Αντίθετα, στις περιπτώσεις όπου ο θηλασμός πρέπει να περιμένει (σε γενική αναισθησία ή όταν το νεογνό χρειάζεται σταθεροποίηση ή/και εντατική παρακολούθηση), ενθαρρύνεται η άμεση έναρξη της γαλουχίας με χρήση θήλαστρου.

